Görögök Budapesten - Budapesti Negyed 54. (2006. tél)
MARIA CHRISTINA CHATZIIOANNOU: Birodalmak, migrációk és vállalkozói tevékenység
χονδρικής πώλησης το 1826. Δύο χρόνια αργότερα απασχολούσε πέντε υπαλλήλους στην εταιρία του που πουλούσε εμπορεύματα Τουρκίας. Είχε πέντε πολυκατοικίες και πολλά αγροτικά ακίνητα και μόνο το εισόδημα του από τα ενοίκια των πολυκατοικιών έφθανε τα 5.800 φιορίνια ετησίως. Με ανάλογο τρόπο δραστηριοποιήθηκαν - ως τα μέσα του αιώνα - στο χονδρικό εμπόριο χάρτου οι αδελφοί Argir και Konstantin Vrányi, στους οποίους απονεμήθηκε τίτλος ευγενείας το 1825. Εκείνοι προμήθευαν χαρτικά είδη και στις νομαρχιακές και κεντρικές υπηρεσίες. Σ' αυτούς δεν παρατηρείται η τακτική της επένδυσης των κεφαλαίων σε ακίνητα: είχαν μία και μόνο πολυκατοικία στην οποία έμεναν και οι δύο. Εξάλλου, και έτσι πάλι η εκμίσθωση των υπόλοιπων διαμερισμάτων τους απέφερε 3.900 φιορίνια τον χρόνο. Ο υφασματέμπορος Naum Derra πήρε τίτλο ευγενείας το 1820 και τον ίδιο χρόνο έλαβε και την άδεια χονδρικής πώλησης. Το 1828 απασχολούσε δύο υπαλλήλους, και οι πολυκατοικίες του - τρεις στην Πέστη και τρεις στη Βούδα - του απέδιδαν σε ετήσια βάση σχεδόν πέντε χιλιάδες δραχμές, ενώ παράλληλα είχε εκτεταμένα χωράφια, λιβάδια και αμπέλια και στις δύο πόλεις. Στα τέλη της δεκαετίας 1830 οι György Takátsy και Argir Vrányi έκαναν και εμπόριο αγροτικών προϊόντων και ο δεύτερος στη δεκαετία 1840 επιδόθηκε αποκλειστικά σε συναλλαγές με συναλλαγματικές. Και οι δύο παντρεύτηκαν κόρες εύπορων ελληνικών οικογενειών και έμειναν στις τάξεις του Δημοτικού Εμπορικού Συλλόγου, από την άλλη όμως ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της Εμπορικής Τράπεζας της Πέστης. Η κοινωνική τους δράση - ήταν και οι δύο «αιρετοί δημότες» περιοριζόταν στις υποθέσεις της πόλης. Εμπορική δραστηριότητα, όμως, ανέπτυξε μόνο η γενιά στην οποία απονεμήθηκε ο τίτλος ευγενείας. Μετά τον θάνατο τους, στη δεκαετία 1840, οι απόγονοι είτε εγκατέλειψαν το εμπόριο είτε το έκαναν για λίγο χρόνο και με μέτρια επιτυχία, όπως ο György Vrányi που παντρεύτηκε μια κόρη των Derra. Η τρίτη γενιά ζούσε από τα ενοίκια των πολυκατοικιών που είχε στην Πέστη και δεν φρόντιζαν να αυξήσουν τα φέουδα τους που ούτως ή άλλως δεν έφερναν πολύ κέρδος. Στον πολλαπλασιασμό των αστικών ακινήτων διακρίθηκαν ιδιαίτερα οι αδελφοί Vrányi: στη δεκαετία 1850 ο György αγόρασε άλλα πέντε ακίνητα συνολικής αξίας 200.000 φιορινιών και ο Sándor μέσα σε ένα χρόνο τρία με συνολικά 60.000 φιορίνια. Η εγκατάλειψη του χώρου της οικονομίας από την τρίτη γενιά δεν παρατηρείται μόνο στις ελληνικές οικογένειες με τίτλο ευγενείας. Π.χ. ο Demeter Dumcsa, μεγαλέμπορος αγροτικών προϊόντων από το Komárom, από τους τέσσερις γιους που είχε μόνο τους δύο μεγαλύτερους έστρεψε