Görögök Budapesten - Budapesti Negyed 54. (2006. tél)
MARIA CHRISTINA CHATZIIOANNOU: Birodalmak, migrációk és vállalkozói tevékenység
εκτός εμπορικής ζωής. Αλλοι επέστρεψαν στην πατρίδα και άλλοι - η πιο εύπορη μερίδα - αφού απέκτησαν τίτλους ευγενείας και κτήματα, εγκατέλειψαν τον εμπορικό χώρο και την αστική κοινωνία. Οι έρευνες, ωστόσο, των τελευταίων δεκαετιών - ιδίως του Károly Vörös και οι δικές μου - δείχνουν ότι οι Έλληνες δεν χάθηκαν εντελώς από την εμπορική ζωή της Πέστης και είχαν διαφυλάξει - ακόμη και όσοι έφεραν τίτλο ευγενείας - τις αστικές αξίες τόσο στην εμπορική, όσο και στην κοινωνική τους δράση στους δήμους ή στην πολιτική. Αν και είχαν χάσει τον κυρίαρχο ρόλο τους στο εμπόριο, στο πρώτο μισό του 19 ου αι. εξακολουθούσαν να έχουν τον έλεγχο της διακίνησης δερμάτινων και χαρτικών ειδών. Τα μέλη της πρώτης και δεύτερης γενιάς πολλών οικογενειών που άρχισαν να δραστηριοποιούνται στα τέλη του προηγούμενου αιώνα και είχαν συσσωρεύσει αξιόλογη περιουσία - όπως ήταν οι οικογένειες Derra, Dumcsa, Lyka, Manno, Nákó, Szacelláry πολλές φορές συνέχισαν την εμπορική τους δράση και μετά την απονομή του τίτλου ευγενείας. Οι ίδιοι ή οι απόγονοι τους εντάχθηκαν στο κατεστημένο του πλούτου των αστικών κέντρων και είχαν όλο και πιο ενεργό συμμετοχή στα κοινά: ως εκλέκτορες δημότες αναμειγνύονταν στις υποθέσεις των δήμων, συμμετείχαν στην ίδρυση των οικονομικών οργανισμών και ορισμένοι στήριζαν τις ανανεωτικές προσπάθειες των ευγενών σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Παρακάτω θα παρουσιάσω τη συμβολή τους στην αστικοποίηση της χώρας και της Πέστης μέσα από το παράδειγμα τριών οικογενειών στις οποίες είχε απονεμηθεί τίτλος ευγενείας. Τα μέλη των τριών οικογενειών που έφεραν τίτλο ευγενείας - ο Naum Derra, ο György Takátsy και οι αδελφοί Vrányi - ήταν παιδιά οι μεν πρώτοι εμπόρων υφασμάτων, οι δε τελευταίοι εμπόρων χάρτου, οι οποίοι είχαν μετοικήσει από τη Μακεδονία στα τέλη του 18 ου αι., επομένως εκπροσωπούσαν τη δεύτερη γενιά στην Πέστη. Δραστηριοποιούνταν και οι ίδιοι σ' αυτούς τους κλάδους του λιανικού εμπορίου και πολλαπλασίασαν τα κεφάλαια τους την εποχή των ναπολεόντειων πολέμων, οπότε αγόρασαν τα μεγάλης αξίας σπίτια τους στο κέντρο και στη Συνοικία του Λεοπόλδου καθώς και τα άλλα ακίνητα τους. Τα κτήματα και τον τίτλο ευγενείας πήραν επίσης σαν αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν την εποχή των πολέμων: κάλυψη εξόδων στρατιωτών, άτοκα δάνεια. Συνέχισαν την εμπορική τους δραστηριότητα και μετά την απονομή του τίτλου ευγενείας και τότε ήταν που στράφηκαν στο χονδρικό εμπόριο. Στον György Takátsy απονεμήθηκε τίτλος ευγενείας το 1822, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα του, και έκανε αίτηση για άδεια