Görögök Budapesten - Budapesti Negyed 54. (2006. tél)

MARIA CHRISTINA CHATZIIOANNOU: Birodalmak, migrációk és vállalkozói tevékenység

ελληνικού στοιχείου της πόλης. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς που το θρήσκευμα παρέμεινε καθοριστικός παράγοντας της ταυτότητας τους. Είναι ενδεικτικό ότι στις διαθήκες τους όριζαν ότι οι κληρονόμοι τους θα μπορούσαν να πάρουν τη μερίδα που τους αναλογούσε μόνον εάν παντρεύονταν ορθοδόξους, χωρίς ειδικό φυλετικό περιορισμό. Οι περισσότεροι έμποροι της Πέστης κατάγονταν από τη Μακεδονία και ήταν σχεδόν όλοι έμποροι, λιανικής ή χονδρικής πώλησης. Η επίσημη, διοικητική ονομασία τους ήταν «Τούρκος υπήκοος», αλλά ο λαός τούς έλεγε Γραικούς. Αν και αρχικά είχε θρησκευτική σημασία, με τον καιρό ο όρος «Γραικός» άρχισε να υποδηλώνει τον «έμπορο» και έγινε ταυτόσημος με αυτόν. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις κωμοπόλεις οι κάτοικοι και η δημοτική αρχή δεν τους προσφωνούσαν με το επίθετο τους (το οποίο ήταν γνωστό), αλλά τους έλεγαν «Θωμάς ο Γραικός», «Πέτρος ο Γραικός» κά. Στην Πέστη οι ορθόδοξοι έμποροι ξεπερνούσαν τους Ούγγρους και Γερμανούς από την πρώτη δεκαετία του 18 ου αιώνα. Η αθρόα είσοδος τους όμως ξεκίνησε μετά την υπογραφή, το 1718, της Συνθήκης του Πασάροβιτς ή μάλλον της εμπορικής συμφωνίας που την ακολούθησε. Η συμφωνία αυτή όριζε ότι οι έμποροι τόσο της αυστριακής, όσο και της οθωμανικής αυτοκρατορίας υποχρεούνται να πληρώνουν δασμό μόνο σε ένα τελωνείο, ύψους 3%. Αυτό έδινε μεγάλο πλεονέκτημα στους Έλληνες εμπόρους, επειδή μπορούσαν να πουλάνε το εμπόρευμα τους πολύ φθηνότερα από τους Ούγγρους και Γερμανούς εμπόρους οι οποίοι αγόραζαν τα προϊόντα από το εξωτερικό ή με τη μεσολάβηση των Εβραίων της βούδας. Οι περισ­σότεροι Έλληνες έκαναν διαμετακομιστικό εμπόριο: προωθούσαν βαλκανικά εμπορεύματα και αγροτικά προϊόντα της Ουγγαρίας προς τη Βιέννη και στην επιστροφή έφερναν τα βιομηχανικά είδη της Δύσης. Για το εμπόριο αυτό ένα υποκατάστημα στην Πέστη ήταν ό,τι χρειαζόταν, λόγω της κεντρικής γεωγραφικής θέσης αλλά και των καλών συγκοινωνιακών συνθηκών της. Για τον λόγο αυτό εκτός από εκείνους που έρχονταν κατευθείαν εδώ για να εγκατασταθούν και να ανοίξουν δικό τους μαγαζί, πολλοί από τους εταίρους των εμπορικών κομπανιών της επαρχίας μετέφεραν τις δραστηριότητες τους στην Πέστη. Πάνω από τους μισούς από τους 47 εμπόρους που καταγράφηκαν το 1735 ήταν Έλληνες, με στοκ που ξεπερνούσε κατά πολύ εκείνο των Ούγγρίυν και Γερμανών. Μέσα στον 18° αιώνα ο αριθμός τους παρουσίαζε συνεχή αύξηση: στη δεκαετία 1760 ανήλθε στους εκατό και στη δεκαετία 1770 ξεπερνούσε κατά πολύ τους διακόσιους. Τότε αποτελούσαν το 70% των εμπόρων της Πέστης και παρά την επίμονη αντίσταση των τοπικών εμπόρων πολλοί κατάφεραν να εγγραφούν στον εμπορικό σύλλογο με αποτέλεσμα να αποτελούν το 1780 τα δύο τρίτα των μελών του.

Next

/
Thumbnails
Contents